Ο 3ος δρόμος στο Μακεδονικό

Διαβάζω στην προοδευτική πολιτική το άρθρο «Τα αυτονόητα της υπόθεσης των Σκοπίων» του Γιάννη Σχίζα (ο Γιάννης Σχίζας είναι διευθυντής του περιοδικού «οικοτοπία»).

Αξίζει να το διαβάσετε αφού περιγράφει απόψεις μιας πλευράς συμπολιτών μας που δυσκολεύονται πολύ σήμερα να υπάρξουν: αυτούς του 3ου δρόμου για το θέμα, μακριά από ψευδεπίγραφους διεθνισμούς και λαϊκιστικούς εθνικισμούς…

Τα αυτονόητα της υπόθεσης των Σκοπίων / του Γιάννη Σχίζα

Όταν υπό συνθήκες σκληρής διαμάχης περί του ονόματος των Σκοπίων ο πρόεδρος του «συνασπισμού της αριστεράς, των κινημάτων και της οικολογίας» (ΣΥΝ) κ. Τσίπρας προβαίνει σε δηλώσεις κατά της επέκτασης του ΝΑΤΟ, θυμίζει περισσότερο πρόταση ινστιτούτου αδυνατίσματος παρά πολιτική αποδυνάμωσης της επιθετικής «βορειοατλαντικής» συμμαχίας… Όταν κάποιοι αγνοούν τις πατριωτικές ενστάσεις κατά της «νέας τάξης πραγμάτων» στη Βαλκανική και απαντούν κραδαίνοντας το εθνικιστικό κιτς και την προσομοίωση κάποιων Ελλήνων «μακεδονομάχων» ως «Μπρανκαλεόνε» της συμφοράς, όταν κάποιοι αντιμετωπίζουν κάποια επιχειρήματα καταγγέλοντας αυτούς που τα διατυπώνουν ως ευθυγραμμιζόμενους με κάποιους που είναι εθνικιστές και ευθυγραμμισμένοι με κάποιους τρίτους που είναι φασίστες, πατριδοκάπηλοι κ.λπ., τότε δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να χρησιμοποιούν έναν «ιδεολογικό παυλοφισμό» : Ο Παυλόφ (Pavlov) προκαλούσε σιελόρροια στους σκύλους με τεχνητά μέσα, αυτοί προκαλούν εμπάργκο κατά των πατριωτικών ιδεών με τη συνειρμική πρόσδεσή τους σε πολιτικά σκιάχτρα…

Μια φορά κι έναν καιρό η αριστερά μιλούσε για τα αδιέξοδα της πτωτικής τάσης του ποσοστού του κέρδους, για την επιθετικότητα που γενικώς «εκλύεται» μέσα στη συγκυρία των οικονομικών κρίσεων, για τις ανατροπές που η πενία ή η πλεονεξία «κατεργάζεται». Σήμερα, μέσα σε συνθήκες οικονομικής ύφεσης, υπάρχουν κομμάτια της που προτάσσουν ως πολιτικό θέμα έναν αφηρημένο αντιεθνικισμό, αντιπαρερχόμενοι την αμερικανική διείσδυση στα Βαλκάνια όπως επίσης και τη δράση των «μικρομεσαίων» επεκτατιστών, αυτών που άλλοτε κραδαίνουν γλοιωδώς τις αμερικανικές σημαίες στο Κοσσυφοπέδιο, ενώ άλλοτε αυτοπροτείνονται ως «Μακεδόνες» μπράβοι σε πολεμική διαθεσιμότητα…

Τα ευκόλως εννοούμενα

Υπάρχουν πολλά αυτονόητα και ελάχιστα δυσνόητα στην υπόθεση των Σκοπίων. Το όνομα είναι το «σημαίνον» -και το «σημαινόμενο» είναι η απειλή, που είναι διάχυτη, με πλάτος και βάθος, που εκφράζεται από το συνταγματικό κείμενο της γειτονικής χώρας έως τα σχολικά βιβλία και τις χαρτογραφήσεις της «αλύτρωτης» Μακεδονίας –τις γενικώς διαστελλόμενες και ουδόλως αποκλειόμενες από το να προσεγγίσουν τα όρια της Αττικής! Η απειλή είναι μικρή αλλά μπορεί στο μέλλον, προστιθέμενη σε άλλες, να συνδράμει μια «κρίσιμη μάζα» και να εκραγεί εις βάρος της χώρας μας και της ειρήνης. Ακόμη, η απειλή επιβάλλει κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή υποχώρηση του γειτονικού κράτους ως προς το όνομα -δηλαδή επιβάλλει μια δομική αυτοκριτική των διάχυτων επιθετικών του ονειρώξεων. Μια χώρα που επικαλείται ένα ορισμένο βιογραφικό για τον εαυτό της είναι υποχρεωμένη να προσκομίσει αποδείξεις, ιδιαίτερα μάλιστα όταν η γλωσσική της ταυτότητα είναι άσχετη με την αποδεδειγμένα ελληνική γλώσσα των αρχαίων Μακεδόνων. Οι διανοούμενοι και λόγιοί της φέρουν αυτό που οι νομικοί ονομάζουν «βάρος της αποδείξεως» σχετικά με την εγκυρότητα των ιστορικών τους ισχυρισμών. Όσον αφορά τους παρ’ ημίν διανοούμενους που υποστηρίζουν αμέσως ή εμμέσως τη διάρρηξη της συνέχειας της ελληνικότητας, κάνοντας τους παράγοντες σλαβομακεδονικού δικτυακού τόπου να επαίρονται ως ουδόλως ασχετότεροι των επίσης ασχέτων ελληνομακεδόνων, νομίζω ότι και αυτοί επωμίζονται το βάρος της αποδείξεως δύο σημαντικών στοιχείων:

Πρώτον, να δείξουν την περίοδο της ολικής εξάλειψης της ελληνικότητας από την ιστορία

Δεύτερον, να δείξουν την περίοδο και τη διαδικασία της πρόσληψης της ελληνικότητας από ένα νέο πληθυσμό, που ψευδώς αυτοσυστήνεται ως συνέχεια του αρχαίου.

Τα δικά μας πολιτικά οφσάιντ…

Υπάρχουν επιχειρήματα που λειτουργούν ως πολιτικά οφσάιντ και εκθέτουν τους φιλειρηνικούς και νοήμονες ανθρώπους της δικής μας χώρας. Υπάρχει η άρνηση της ύπαρξης «σκοπιανής γλώσσας» ως διακριτού επικοινωνιακού κώδικα, ενώ από γλωσσολογική άποψη ισχύει το αντίθετο: οι Σλαβομακεδόνες δεν μιλάνε κάποια διάλεκτο ή ποικιλία της βουλγαρικής, αλλά μια ιδιαίτερη, δική τους γλώσσα. Υπάρχει επίσης αντίρρηση από κάποιους δικούς μας όσον αφορά την γένεση μιας νέας εθνικής ταυτότητας τον 19ο αιώνα, στο χώρο της μείζονος Μακεδονίας, της ευρισκόμενης μέσα στα πλαίσια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Πρόκειται επίσης για ένα λανθασμένο συμπέρασμα και άστοχο επιχείρημα, που παραγνωρίζει τη φυσική δυναμική της αυθόρμητης σύγκλισης και σύστασης συλλογικοτήτων –δηλαδή τη φυσική δυναμική της εθνογένεσης Σε αντίθεση με τις προτροπές ( ή διαπιστώσεις;) διαφόρων περί εργατών που δεν έχουν (ή δεν μπορούν να έχουν;) πατρίδα, οι λαοί κατασκευάζουν οικείους χώρους και συμποσούνται σε εθνικές συλλογικότητες. Θα ήταν από άδικο έως παράλογο το να θεωρήσουμε τον εθνικό σχηματισμό των Σλαβομακεδόνων σκιώδη, «στημένο» ή γενικώς ανύπαρκτο. Στον ελλαδικό και κυπριακό χώρο, ένα μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης εκτρέφει «λεγκαλιστικές αυταπάτες». Πολλοί και διάφοροι αποδίδουν θεραπευτικές ιδιότητες στον ευρωπαϊκό σχηματισμό, προσδοκώντας την αντιμετώπιση των επιθετικών ή αυτοκρατορικών τάσεων χωρών όπως η Τουρκία, δια της απλής εισαγωγής τους σε ένα «καθώς πρέπει» πολιτικό περιβάλλον. Φυσικά διαψεύστηκαν μέσα στο διεθνές καθεστώς συσχετισμών ισχύος, όμως κάποιοι δεν έπαψαν να εκτρέφουν ένα είδος νεύρωσης έως ψύχωσης, εκλαμβάνοντας τον υπαρκτό κόσμο ως πλησίστιο ή ταυτιζόμενο με τον κόσμο των δικών τους επιθυμιών.

Παράλληλα με αυτά τα φαινόμενα πολιτικής ψυχοπαθολογίας, αναπτύχθηκε και μια γενιά διαχειριστών που αντιλαμβανόταν ως διπλωματική και πολιτική πράξη το φίλημα κάθε κατουρημένης ποδιάς. Που αδυνατούσε να καταλάβει ότι η αντίσταση και το «Όχι» αναβαθμίζει το κύρος μιας χώρας σε βάθος χρόνου. Ότι το «ευρωπαϊκό περιβάλλον» ή η «παραγραφή» των ελληνικών δικαίων σε κρίσιμα ζητήματα -Μακεδονία, Αιγαίο, Κύπρος, Θράκη- αδυνατούν να αναχαιτίσουν την επιθετικότητα του άλλου μέρους. Ότι η πολιτική υπό το κράτος του αξιώματος «ότι φάμε ότι πιούμε κι ότι αρπάξουμε», απλώς προσθέτει στην ελληνική ιστορία ένα «Μόναχο», όπως εκείνο του 1938, που λειτούργησε σαν «πράσινο φως» για τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο.

Πράσινοι και πράσσειν άλογα…

Σε όλη αυτή την ιστορία της διαπραγμάτευσης για το όνομα η Ελλάδα θύμιζε τον χωρομέτρη στον «Πύργο» του Κάφκα (Kafka), που προσπαθούσε να προσεγγίσει τον (Αμερικανό) κόμη δια μέσου δικτυώσεων, σχέσεων, ψιλοδιαπλοκών κ.λπ. Η δε Ευρώπη αποδεικνυόταν όχι λιγότερο ψευδεπίγραφη του γειτονικού μας κράτους, καθώς τα πεπραγμένα και πολύ περισσότερο τα παραλειπόμενά της θύμιζαν «οικονομική κοινότητα» (ΕΟΚ) παρά «ένωση»(ΕΕ). Όμως υπήρξαν μέσα στον ευρωπαϊκό σχηματισμό δυνάμεις που εκφράστηκαν με ιδιαίτερη αντιπαλότητα απέναντι στον ελληνισμό και στα ιστορικά αιτήματά του.

Η «ψυχοπολιτική» φυσιογνωμία αυτών των δυνάμεων θα μπορούσε εν μέρει να διαγνωσθεί με τα αναλυτικά εργαλεία του Κορνήλιου Καστοριάδη, ο οποίος στο βιβλίο του «μπροστά στον πόλεμο» αναφέροταν μεταξύ άλλων και στο μοντέλο του γραφειοκράτη της παλιάς Σοβιετικής Ένωσης: ήταν η εκπληκτική ακτινογραφία της ομοταξίας εκείνων των πολιτικών στελεχών που είχαν την ικανότητα να οσμίζονται και να ευθυγραμμίζονται με την ισχύ, να προσκολλώνται στους ισχυρούς και να αποστασιοποιούνται από τους αδύνατους, να μεταβάλλουν απόψεις ανάλογα με τον πολιτικό τους περίγυρο. Στον δικό μας ευρωπαϊκό πολιτικό περίγυρο ιδιαίτερα αρνητική για τα ελληνικά ζητήματα υπήρξε η στάση των «πρασίνων» της Ευρώπης.

Το 2004 οι ηγετικοί παράγοντες των πρασίνων, Κον-Μπεντίτ (CohnBendit) και Μόνικα Φρασόνι (Monica Frassoni), άσκησαν επανειλημμένες και φορτικές πιέσεις για την ψήφιση του αποικιακού «σχεδίου Ανάν (Annan)». Η ίδια ηγεσία δυόμισι χρόνια αργότερα, τον Δεκέμβριο του 2006, αποκαλούσε την Ελλάδα ταραχοποιό χώρα (trouble making country), διότι δεν αναγνώριζε τα Σκόπια ως «Μακεδονία». Ακόμη πρόσφατα, η ευρωβουλευτής και εκπρόσωπος των «πρασίνων» Κλαούντια Ροτ (Claudia Roth) επισκέφθηκε την Βόρεια Κύπρο, όπου «δεν πρόσεξε» και δεν σχολίασε την παρουσία του τουρκικού στρατού. Όπου και αρνήθηκε την επικοινωνία με την νόμιμη κυβέρνηση του νησιού…

Οι «προοδευτικοί» που παράγουν το θέαμα της συμπαράταξης με τους «αδύνατους» ενώ υπογείως ευθυγραμμίζονται με τα μεγάλα κέντρα εξουσίας, δεν είναι καθόλου ασυνήθιστη περίπτωση. Σε τελευταία ανάλυση είναι κι αυτοί στοιχείο του διεθνούς κυνισμού, που υπηρετεί τις μεγάλες ή τις διαφαινόμενες εξουσίες.

Όμως η ιστορία ποτέ δεν τελειώνει ούτε παύει να επιφυλάσσει εκπλήξεις…


Ο Γιάννης Σχίζας είναι διευθυντής του περιοδικού «οικοτοπία». To παρόν κείμενο αποτελεί τη βάση της εισήγησης του συντάκτη σε εκδήλωση που έγινε στην ΕΣΗΕΑ την 1η Απριλίου 2008 για το ελληνικό βέτο, με ομιλητές επίσης τους Σταύρο Λυγερό, Γιώργο Καραμπελιά και Νεοκλή Σαρρή

το άρθρο αναδημοσιεύεται από την προοδευτική πολιτική

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s