Λίγα λόγια για την ΟΝΝΕΔ

Παρακολουθώ με πολύ ενδιαφέρον τις εξελίξεις στην ΟΝΝΕΔ. Πάντα, αλλά ιδιαιτέρως τώρα, με το άνοιγμα των διαδικασιών. Ίσως γιατί κανείς δεν ξεχνά το πρώτο του πολιτικό σχολείο. Ίσως γιατί θεωρώ πάντα ενδιαφέρουσες τις πολιτικές μάχες στη νεολαία. Ίσως γιατί η διαδικασία αφορά πολλούς και καλούς φίλους. Θέλω λοιπόν να γράψω ορισμένα λόγια, παρότι πλέον απέχω ηλικιακά από την ΟΝΝΕΔ και αποχωρώ σύντομα από το Εθνικό Συμβούλιο Νεολαίας.

Το πρώτο βασικό θέμα για εμένα ήταν οι ανοιχτές διαδικασίες. Στοιχημάτισα με αρκετούς – και επιβεβαιώθηκα – ότι ο Αντώνης Σαμαράς θα προτείνει εκλογή προέδρου από τη βάση. Ελπίζω από τις 19 του Απρίλη και μετά οι φίλοι της ΟΝΝΕΔ να επιδείξουν την ωριμότητα εκείνη που θα οδηγήσει σε νέο καταστατικό συνέδριο που θα ανοίξει ακόμη περισσότερο την οργάνωση προς τους νέους πολίτες, την κοινωνία, τις συλλογικότητες, και τα ρεύματα σκέψης που υπάρχουν.

Το δεύτερο θέμα, με το οποίο λίγοι ασχολήθηκαν, ήταν η ποιότητα της αντιπαράθεσης στη διαδικασία εκλογής Προέδρου. Φοβόμουν εξαρχής ότι η διαδικασία θα εξελιχθεί από τη μία σε μάχη μηχανισμών και από την άλλη σε άσκηση (ή case study) προπαγάνδας και λασπολογίας. Όσοι ασχολούνται γνωρίζουν ότι αυτό, δυστυχώς, συνέβη κατά κόρον και έχει δυσφημίσει την ήδη απαξιωμένη, στα μάτια των πολλών, κομματική νεολαία της ΝΔ.

Το τρίτο θέμα που με απασχόλησε ήταν το θέμα των ιδεών και των προτάσεων των υποψηφίων προέδρων. Είναι νομίζω το σημαντικότερο θέμα για όσους επιμένουμε, σε πείσμα των καιρών, να δηλώνουμε «εραστές της πολιτικής». Σε αυτό το κομμάτι οφείλω να πω ότι οι τρεις υποψήφιοι με εξέπληξαν. Περίμενα ειλικρινά μία γενικόλογη, ανούσια, στρογγυλευμένη αντιπαράθεση, με τον γνωστό ξύλινο λόγο. Και η αλήθεια είναι ότι και οι τέσσερις, αρχικά, υποψήφιοι έτσι ξεκίνησαν. Όμως προφανώς κατάλαβαν γρήγορα το λάθος τους. Και οφείλω να αναγνωρίσω ότι προσέφεραν πολλά σε μία συζήτηση (το πολιτικό, ιδεολογικό και οργανωτικό μέλλον της ΟΝΝΕΔ) που φυσικά αφορά λίγους αλλά για εμένα είναι πάντα ευχάριστη και νομίζω ότι είναι σημαντική για το αύριο της ΟΝΝΕΔ και της ΝΔ.

Το τέταρτο θέμα που με απασχόλησε ήταν η διαδικτυακή παρουσία των υποψηφίων και η διαδικτυακή εξέλιξη της διαδικασίας. Στο πρώτο κομμάτι ειλικρινά εντυπωσιάστηκα, ίσως γιατί έχω μάθει πλέον να κρατώ μικρό καλάθι από πολιτικούς, κόμματα και νεολαίες της χώρας μας στη διαδικτυακή τους παρουσία. Αξίζει τον κόπο να δείτε τους ιστοχώρους τους και τις προσπάθειές τους στα socialmedia. Ως συνολική παρουσία είναι νομίζω μπροστά από οτιδήποτε έχουμε δει από το χώρο της ΝΔ μέχρι στιγμής. Από την άλλη πλευρά η επίσημη, θεσμική, διαδικτυακή προώθηση, προβολή, εξέλιξη και παρουσία της εκλογικής διαδικασίας ήταν το απόλυτο μηδέν! Τίποτε! Σαν να μη γίνεται κάτι το σημαντικό. Ειλικρινά δεν το καταλαβαίνω…

Το πέμπτο θέμα, με το όποιο σχεδόν όλοι ασχολήθηκαν ήταν, φυσικά, το ποιος θα εκλεγεί. Στην τελική ευθεία έφθασαν τρεις υποψήφιοι: ο Βασίλης Αξιώτης, ο Ανδρέας Παπαμιμίκος και ο Κώστας Χατζής.

Τον Βασίλη Αξιώτη δεν τον γνωρίζω προσωπικά, έχω σχηματίσει όμως καλή γενική εντύπωση. Βοηθά και το ότι γνωρίζω από παλιά την αδελφή του και ότι του συμπαρίστανται στελέχη της ΟΝΝΕΔ που εκτιμώ. Κυρίως όμως βοηθά για την καλή εικόνα που σχημάτισα η διαδικτυακή του παρουσία, το ότι είναι ο νεότερος των υποψηφίων, το ότι είναι ο μόνος που δεν δίστασε επίσημα να τα βάλει με το κόμμα του και με «ονόματα» της ΝΔ όταν διαφωνούσε. Επίσης, από όσα έχω καταφέρει να μάθω και να παρακολουθήσω είναι ο μόνος που δεν έχει «παίξει» σοβαρά με μηχανισμούς.

Τον Ανδρέα Παπαμιμίκο τον γνώρισα σχετικά πρόσφατα μέσα από κοινούς φίλους και γνωστούς. Έχει ωστόσο την υποστήριξη αγαπητών φίλων και ανθρώπων που εκτιμώ πολύ την πολιτική τους άποψη και τη συμμερίζομαι. Νομίζω ότι οι οργανωτικές του προτάσεις για την ΟΝΝΕΔ και τη ΔΑΠ πραγματικά ξεχωρίζουν. Αλλά και οι πολιτικές του προτάσεις, αν και «στρογγυλές», εξυπηρετούν με συνέπεια την ανάγκη-στρατηγική να απευθύνεται η ΟΝΝΕΔ/ΔΑΠ σε ένα ευρύ ακροατήριο. Αν δεν είχε υποστεί τη βάσανο της αρνητικής δημοσιότητας για θέματα που για εμένα είναι έωλα, πιθανότατα θα ήταν ο νικητής από την εκκίνηση. Τέλος η εμπειρία μου στις οργανώσεις νέων (συμπλήρωσα 20 χρόνια…) μου υποδεικνύει ότι μάλλον είναι ο μεγαλύτερος «παίχτης» σε εσωκομματικό, κομματικό και πολιτικό επίπεδο εκ των τριών. Αυτό βέβαια έχει και το μειονέκτημα ότι έχει συνασπίσει ετερόκλητες δυνάμεις που δεν ξέρω αν αύριο, αν εκλεγεί, θα μπορέσουν να λειτουργήσουν μαζί.

Τον Κώστα τον Χατζή τον γνώρισα πριν λίγα χρόνια και έχω σχηματίσει άριστη προσωπική εντύπωση. Εκτίμησα ιδιαίτερα την πολύ μεγάλη προσπάθεια που κατέβαλε στον αγώνα που δώσαμε για την εκλογή του Αντώνη Σαμαρά στην ηγεσία της ΝΔ. Νομίζω ότι το τρίπτυχο που προβάλλει ως βασικό σύνθημα της υποψηφιότητας του (ήθος – ιδεολογία – μαχητικότητα) τον χαρακτηρίζει προσωπικά, ανεξάρτητα από τη διαδικασία και δεν είναι επικοινωνιακό τερτίπι. Είναι από αυτό που λέμε «καλά παιδιά» στην πολιτική, πράγμα σπάνιο. Είναι πράγματι μαχητής για όσα πιστεύει. Προέρχεται από την περιφερειακή οργάνωση και όχι από τη ΔΑΠ, που για εμένα είναι αρκετά θετικό. Και έδινε από παλιά ιδεολογικές μάχες, τις οποίες βέβαια δεν γνώριζα τότε αλλά φρόντισα να μάθω. Ωστόσο προσωπικά δεν συμφωνώ με την ιδεολογία που προβάλλει. Ήλπιζα ότι μπορούσε να αντιληφθεί ότι η ΟΝΝΕΔ (και η ΝΔ) δεν μπορεί να πορευτεί στο μέλλον με συνταγές του παρελθόντος. Ότι η εκλογή Σαμαρά δε σημαίνει επιστροφή στη παλαιά Δεξιά ή αναβίωση της ΝΔ και της ΟΝΝΕΔ του Αβέρωφ, αλλά μία νέα, καινοτόμα και υπερβατική σύνθεση παράδοσης και προόδου, μία ειλικρινή συμμαχία συντηρητικών και φιλελευθέρων στη βάση αρχών και αξιών, προτάσεων και δράσης. Δεν με καλύπτει μία δεξιά στροφή. Ήμουν και είμαι φιλελεύθερος και δυστυχώς ο Κώστας και οι συνεργάτες αποφάσισαν να παίξουν το χαρτί της «καθαρής» δεξιάς. Και το παράξενο είναι ότι πολλοί από τους φίλους μου και τους ανθρώπους που γνώρισα και εκτιμώ στην ΟΝΝΕΔ αποτελούν βασικούς πυλώνες της υποψηφιότητάς του.

Επειδή πολλοί φίλοι με ρωτούν τι στηρίζω τελικά και θα κατηγορηθώ από κάποιους ότι δεν τοποθετήθηκα πριν τις κάλπες, εξακολουθώ και απαντώ «στηρίζω τον Αντώνη». Με τις επιλογές που έχουν κάνει οι τρεις υποψήφιοι δεν με έχουν πείσει για να προτιμώ ξεκάθαρα κάποιον, δεν με έχουν πείσει ότι είναι η καλύτερη δυνατή επιλογή. Ούτε τον Αντώνη, από όσα ξέρω… Αν ψήφιζα ως μέλος, είναι σίγουρο ότι θα έφθανα σχεδόν μέχρι την κάλπη για να αποφασίσω. Με όρους συμπάθειας και εκτίμησης θα επέλεγα Κώστα Χατζή. Με πολιτικά κριτήρια θα επέλεγα Ανδρέα Παπαμιμίκο. Με κριτήρια προοπτικής και ευκαιριών, θα επέλεγα Βασίλη Αξιώτη. Αν είχα τη δυνατότητα, θα ήθελα έναν υποψήφιο που να συγκεντρώνει τα ισχυρά, και χρήσιμα χαρακτηριστικά του καθενός και που θα απέκλειε τα μειονεκτήματα. Πιστεύω ωστόσο ότι το ουσιαστικότερο θέμα για την ΟΝΝΕΔ είναι η συμμετοχή στις εκλογικές διαδικασίες αλλά και το συνέδριο (καταστατικό και θέσεων, εκτός από εκλογικό) που θα ακολουθήσει, λογικά πριν το συνέδριο της ΝΔ. Ευτυχώς για εκείνους, ούτε εγώ ψηφίζω ούτε ο Αντώνης εκδηλώνει προσωπική προτίμηση.

«Πέντε κόμματα, μια πολιτική» και στο ζήτημα της Ολυμπιακής

Η Φιλελεύθερη Συμμαχία σε ανακοίνωσή της χαιρετίζει την ιδιωτικοποίηση της Ολυμπιακής. Μια ιδιωτικοποίηση που επιβλήθηκε όχι από την οικονομική κατάρρευση της εταιρείας αλλά από σωρεία καταδικαστικών αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Οι παράνομες πρακτικές των Ελληνικών κυβερνήσεων είχαν σαν αποτέλεσμα έρευνες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής από τις αρχές της δεκαετίας του ΄90 και καταδικαστικές αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου όπως την παλαιότερη C-415/03 και τη ποιο πρόσφατη C-419/06 που επιβεβαίωσαν παράνομες κρατικές ενισχύσεις προς την Ολυμπιακή από τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και της Νέας Δημοκρατίας. Το ιστορικό της διασπάθισης του δημόσιου χρήματος εξιστορείται λεπτομερώς στο σχετικό δελτίο τύπου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Το ΠΑΣΟΚ, αντί να ποιήσει την νήσσα για το θέμα, βάλει κατά πάντων, και ιδίως κατά του κ. Χατζηδάκη. Στην ίδια γραμμή  και ο Συνασπισμός, το ΚΚΕ και ο ΛΑΟΣ καταγγέλλουν την ιδιωτικοποίηση της Ολυμπιακής και όχι τις παρανομίες των κυβερνήσεων της Νέας Δημοκρατίας που σύμφωνα με την ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είχε χορηγήσει παράνομες και μη συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά κρατικές ενισχύσεις ύψους 850 εκατομμυρίων ευρώ από το 2005 έως σήμερα. Αποκαλύπτεται έτσι ότι η παραβίαση του κοινοτικού δικαίου και η συγκάλυψη των παρανομιών έχουν διακομματική συναίνεση.

Ευτυχώς για τους φορολογούμενους πολίτες το πάρτι που είχαν στήσει όλα τα κόμματα σε βάρος τους, όσον αφορά την Ολυμπιακή, τελείωσε. Η βεβαιότητα αυτή πηγάζει από το γεγονός ότι τη διαδικασία ιδιωτικοποίησης θα επιβλέπει ανεξάρτητος επίτροπος παρακολούθησης, ο οποίος θα υποβάλλει στην Ευρωπαϊκή  Επιτροπή τακτικές εκθέσεις σχετικά με την πρόοδο της διαδικασίας ιδιωτικοποίησης.

Η Φιλελεύθερη Συμμαχία, μόνη και χωρίς εξαρτήσεις αναδεικνύει το αυτονόητο, δηλαδή ότι οι παράνομες κρατικές ενισχύσεις συνιστούσαν κατάργηση του ανταγωνισμού στις αερομεταφορές και απαράδεκτη σπατάλη των χρημάτων των φορολογουμένων πολιτών. Η διατήρηση του κρατικού μονοπωλίου στις αερομεταφορές είχε αρνητικές συνέπειες για την τσέπη του καταναλωτή, τον κρατικό προϋπολογισμό και τον τουρισμό της χώρας, ανέστειλε τις επενδύσεις ξένων αεροπορικών εταιρειών στην Ελλάδα και μετέθετε για το μέλλον τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας για τους νέους που πλήττονται από την ανεργία.

Οι διακομματικοί κλαυθμοί για την ιδιωτικοποίηση της Ολυμπιακής αποδεικνύουν ότι όλα τα κόμματα, μηδενός εξαιρουμένου, εξυπηρετούσαν και εξυπηρετούν  λίγους προνομιούχους σε βάρος των συμφερόντων της πλειοψηφίας των πολιτών της χώρας.

Η Φιλελεύθερη Συμμαχία, είναι το μόνο πολιτικό κόμμα που χαιρετίζει την άμεση ιδιωτικοποίηση της Ολυμπιακής στα πλαίσια μιας συνολικότερης απεμπλοκής του κράτους από κάθε επιχειρηματική δραστηριότητα και την εξασφάλιση υγιούς ανταγωνισμού σε όλους τους τομείς της οικονομίας.

Ομολογία οικονομικής αποτυχίας της κυβέρνησης

Η Φιλελεύθερη Συμμαχία σε ανακοίνωση της χαρακτηρίζει την επιβολή νέων φόρων και την αύξηση των συντελεστών ΦΠΑ ως ομολογία αποτυχίας της οικονομικής πολιτικής της νέας κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, μόλις ένα μήνα μετά τις εκλογές.

Η αδυναμία αντιμετώπισης του δημόσιου χρέους από τη κυβέρνηση την ωθεί σε παραβίαση των υποχρεώσεων που έχει η Ελλάδα ως μέλος της Ευρωζώνης, αλλά και σε πολιτική εξαπάτηση των εκλογέων της στους οποίους υποσχόταν παροχές, και όχι νέους φόρους, προεκλογικά.

Μετά από πολλά χρόνια συνεχών αυξήσεων το δημόσιο χρέος έφτασε τα 235 δις ευρώ το 2007, ή 9 δις περισσότερο από ότι ήταν το 2006. Με δημόσιο χρέος πάνω από το 104% του ΑΕΠ, η Ελλάδα έχει τη χειρότερη επίδοση στην Ευρωπαϊκή Ένωση καθώς το ποσοστό αυτό υπερβαίνει κατά 44% το ανώτερο όριο που προβλέπει το Σύμφωνο Σταθερότητας της Ευρωζώνης. Έτσι κάθε Ελληνίδα και Έλληνας (συμπεριλαμβανομένων και των νηπίων) χρωστά περί τα 21.000 ευρώ λόγω της κακοδιαχείρισης των κυβερνήσεων που εξέλεξε.

Η μόνη λύση για τη μείωση του δημόσιου χρέους θα ήταν η αναδιοργάνωση του κράτους, η ιδιωτικοποίηση των ΔΕΚΟ, το χτύπημα της διαφθοράς με ταυτόχρονη κατάργηση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων και η ανάπτυξη της οικονομίας με φορολογικές ελαφρύνσεις που θα τόνωναν τις επενδύσεις και την εξωστρέφεια των ελληνικών επιχειρήσεων.

Στον αντίποδα των παραπάνω η ελληνική κυβέρνηση επιχείρησε να μειώσει το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ, αφενός μεν προσπαθώντας να εξαπατήσει τη Στατιστική υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην οποία παρουσίασε «αύξηση» του ΑΕΠ κατά 25%, και αφετέρου την εισαγωγή στο νέο προϋπολογισμό του 2008 νέων φόρων ύψους 6 δισ. Ευρώ. Η πρωτοφανής αυτή ετήσια αύξηση των φόρων κατά 12,3% αφορά κυρίως στην επιβολή ετήσιου φόρου στα ακίνητα, αύξηση των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων και αύξηση των συντελεστών ΦΠΑ. Αντίθετα, εγκαταλείφθηκε η ενοποίηση των ειδικών φόρων κατανάλωσης στο πετρέλαιο θέρμανσης και κίνησης που θα εξάλειφε τη λαθρεμπορία καυσίμων που κοστίζει στο κρατικό προϋπολογισμό περί τα 350 εκατομμύρια ευρώ χαμένων φορολογικών εσόδων ετησίως.

Η Φιλελεύθερη Συμμαχία θεωρεί ότι η παραπλάνηση -με λογιστικές απάτες- των «κουτόφραγκων»και οι φοροεισπρακτικές επιδρομές κατά των Ελλήνων εργαζομένων και επιχειρηματιών δεν αποτελούν συνταγή οικονομικής ανάπτυξης που θα δημιουργούσε πλούτο και θέσεις εργασίας για όλους.

Η Φιλελεύθερη Συμμαχία προτείνει –μόνη μετά τις εκλογές- ένα άλλο αναπτυξιακό μοντέλο βασισμένο στην ελεύθερη οικονομία, τη μείωση του κράτους και της φορολογίας, την εξωστρέφεια των επιχειρήσεων και την τόνωση των επενδύσεων, ώστε να μπορέσει η Ελλάδα να εκμεταλλευτεί με επιτυχία τις ευκαιρίες που της προσφέρουν οι παγκοσμιοποιημένες αγορές.